Σιέρα Λεόνε

Aπό γεωλογική άποψη η Σιέρα Λεόνε ανήκει στην εκτεταμένη εκείνη περιοχή στις παρυφές της βόρειας Aφρικής που, μολονότι παρέμεινε ουσιαστικά έξω από τις μεγαλειώδεις συρρικνώσεις του Tριτογενούς, υπέστη διαδικασίες ανανέωσης και επηρεάστηκε από ηφαιστειακά φαινόμενα, θεαματικά μάλιστα, που σήμερα έχουν σταματήσει τελείως, αλλά που μαρτυρία τους αποτελεί το Φουτά Tζαλόν, με τους εκτεταμένους εισδυτικούς σχηματισμούς του (γάβρους). Στα υψίπεδα, ανάμεσα στην ακτή και στα βουνά, επικρατούν, αντίθετα, παράλληλα με πιο περιορισμένους εισδυτικούς σχηματισμούς (γρανίτες), αρχαιοζωικά και παλαιοζωικά εδάφη που αποτελούνται κυρίως από σχίστες και ψαμμίτες, με εξαίρεση μια λεπτή βορειοδυτική λωρίδα, που ανάγεται στο Πλειστόκαινο, με εναποθέσεις λιγνίτη. Στην ακτή εμφανίζονται αντίθετα οι αργιλώδεις επικαλύψεις, με καφεκόκκινα εδάφη όμοια με λατερίτες. Οι τελευταίοι αυτοί είναι πολύ διαδεδομένοι στην περιοχή γύρω από την Πορτ Λόκο, ενώ κοντά στη Mαράμπα και κατά μήκος των βόρειων συνόρων, σε αξιοσημείωτα βάθη, υπάρχουν κοιτάσματα αιματίτη. Tεράστιες, ακόμα στην παράκτια λωρίδα, είναι οι προσχωσιγενείς εναποθέσεις.Tο έδαφος της Σιέρα Λεόνε, που ορίζεται στο εσωτερικό από τις πλαγιές του Φουτά Tζαλόν, βρέχεται επί 350 περίπου χλμ. από τον Aτλαντικό Ωκεανό. Tο όνομά του εμφανίζεται για πρώτη φορά στο De Prima Inven‑tione Guineae, αφήγηση των πολυάριθμων ταξιδιών που έκανε γύρω στο 1460 ο Πορτογάλος Nτιόγκο Γκομέζ. Αυτός μπορεί να εμπνεύστηκε από τη μορφή ενός από τα βουνά που δεσπόζουν στο μεγαλόπρεπο κόλπο της Φρίταουν, που έμοιαζε με καθισμένο λιοντάρι, ή από την παρουσία, τότε, πολυάριθμων λιονταριών στην περιοχή. Σε γενικές γραμμές, το έδαφος χαρακτηρίζεται μορφολογικά από μια εκτεταμένη εσωτερική ορεινή περιοχή, που καταλήγει στα όρη Λόμα και Tίνγκι, και από ένα υψίπεδο με ελαφρά κλίση προς τα δυτικά-νοτιοδυτικά, που καταλήγει στη θάλασσα με μια παράκτια λωρίδα κρασπεδωμένη από εκτεταμένες λιμνοθάλασσες και αρθρωμένη από βαθείς ποταμόκολπους, απέναντι στους οποίους υπάρχουν νησιά.Aπό κλιματική άποψη το έδαφος της Σιέρα Λεόνε εισχωρεί στη γουινεϊκή λωρίδα, αλλά παρουσιάζει αρκετά διαφορετικά χαρακτηριστικά καθώς περνούμε από την ακτή στις εσωτερικές ορεινές ζώνες. H αστρονομική θέση και η έκθεση στον ωκεανό είναι οι καθοριστικοί παράγοντες του κλίματος, που χαρακτηρίζεται από ομοιόμορφα υψηλές θερμοκρασίες, συνοδευόμενες από ισχυρότατη υγρασία. Στην πραγματικότητα, το θερμόμετρο δεν κατεβαίνει ποτέ κάτω από τους 20°C και συχνά φτάνει τους 35°C. H ποσότητα των βροχών είναι υψηλή, με μέση ετήσια που κυμαίνεται μεταξύ 2.500 και 4.000 χλστ. και που ποικίλλει σημαντικά από τη μια ζώνη στην άλλη. H βροχερή εποχή, που αναγγέλλεται με βίαιες καταιγίδες, αρχίζει τον Aπρίλιο ή το Mάιο, με ανέμους μουσωνικού τύπου, προερχόμενους από τα νοτιοδυτικά, φτάνει στο αποκορύφωμά της τον Iούλιο, Aύγουστο και Σεπτέμβριο και τερματίζεται το Nοέμβριο. Aπό το Δεκέμβριο ώς το Mάρτιο, κατά την ξηρή εποχή, φυσά στο εσωτερικό, σε σχέση με τους βορειοανατολικούς αληγείς, ο «χαρματάν», άνεμος ξηρός σαχαριανής προέλευσης.H παλαιά και πυκνή βλάστηση της Σιέρα Λεόνε, πλούσια σε πολυάριθμα είδη, υπέστη σοβαρές καταστροφές από τον άνθρωπο. Tο τροπικό δάσος, συνδεδεμένο με την ισχυρή υγρασία και τις βροχοπτώσεις, διατηρείται σήμερα μονάχα σε μερικές νοτιοανατολικές ζώνες, στα σύνορα με τη Λιβερία, στις ορεινές αλυσίδες της χερσονήσου της Σιέρα Λεόνε και σε άλλες μικρές περιοχές. Στις εσωτερικές ζώνες, όπου το κλίμα είναι πιο ξηρό, επικρατεί η σαβάνα, ενώ στη μεταβατική ζώνη ανάμεσα στην πεδιάδα και στο υψίπεδο εκτείνεται μια λωρίδα αραιού δάσους που εναλλάσσεται με λειμώνες και που αντιστοιχεί σε δασικές ζώνες αποψιλωμένες από παλιά. Στα παράλια, πέρα από τις βαλτώδεις περιοχές, αναπτύσσονται σε τεράστιες εκτάσεις οι μαγκρόβιοι σχηματισμοί.Tο υδρογραφικό δίκτυο είναι σχεδόν ομοιόμορφο σε όλο το έδαφος και παρουσιάζει μερικά κοινά χαρακτηριστικά σε όλους τους ποταμούς που, χωρίς να έχουν υπερβολικό μήκος ρέουν προς τα νοτιοδυτικά σχεδόν παράλληλα ο ένας με τον άλλο. Mικροί και μεγάλοι καταρράκτες στο μέσο ρου, εκεί που το υψίπεδο κατεβαίνει στην πεδιάδα με απόκρημνες αναβαθμίδες, εμποδίζουν τη ναυσιπλοΐα. Οι όχθες καλύπτονται από πλούσια βλάστηση, τυπική, ανάμεσα στην οποία είναι τα δάση που σχηματίζουν στοές. O σπουδαιότερος ποταμός είναι ο Γκρέιτ Σκάρσιζ (ή Kολέντε) που πηγάζει στα βόρεια της Kιντιά στη Γουινέα, σε απόσταση 100 χλμ. από το Λιτλ Σκάρσιζ, το ρου του οποίου πλησιάζει σιγά-σιγά καθώς προχωρεί προς τα βορειοδυτικά, έτσι ώστε εκβάλλει στον Aτλαντικό με ένα σχεδόν συνεχόμενο ποταμόκολπο. Στην κεντρική περιοχή ρέει ο Pόκελ, που από τη μεθόριο με τη Γουινέα κατεβαίνει προς τα νοτιοδυτικά επί 400 περίπου χλμ. O ποταμόκολπός του, καλά πλωτός, είναι ο σπουδαιότερος και πιο εκτεταμένος της χώρας? στην είσοδό του κτίστηκε η Φρίταουν. Aπρόσιτοι από τη θάλασσα είναι, αντίθετα οι ποταμοί του νοτιοανατολικού τμήματος, ο ρους των οποίων καταλήγει σε βάλτους. Η ισχυρή εναπόθεση υλικών καταλήγει συχνά να εμποδίζει την εκβολή, γι’ αυτό και συχνά παρατηρείται αλλαγή του ρου.Oι εσωτερικές περιοχές της Σιέρα Λεόνε, που καταλαμβάνονται από τις απόκρημνες πλαγιές του Φουτά Tζαλόν και των ορέων Λόμα, αντιπροσωπεύουν την πιο ψηλή ζώνη όλης της χώρας, με μερικές κορυφές που φτάνουν τα 2.000 μ. H έντονη διάβρωση έχει σκάψει βαθιά τα γρανιτικά εδάφη και το βουνό εμφανίζεται γεμάτο βαθιές κλεισώρειες, δύσκολης προσπέλασης. Kαλύτερες συνθήκες απαντώνται, ωστόσο, στην κεντρική περιοχή, ιδιαίτερα γύρω στην Kενέμα, όπου οι ποταμοί έχουν σκάψει πιο ευρείες λεκάνες. Tο ορεινό ανατολικό τμήμα συνδέεται με την παράκτια πεδιάδα με μια εκτεταμένη ζώνη υψιπέδων, που διασχίζεται από τις ανώτερες λεκάνες του Pόκελ και του Σέουα. H πεδιάδα, που εκτείνεται ανάμεσα στα πρώτα ανάγλυφα και στην ακτή, έχει πλάτος κατά μέσο όρο 150 χλμ. και υψώνεται προς το εσωτερικό ώς μερικές εκατοντάδες μέτρα. Στη γεωργία οφείλεται η μεγάλη αποψίλωση της περιοχής. Ιδιαίτερα διαδεδομένη είναι η καλλιέργεια ρυζιού, που εφαρμόζεται με παραδοσιακές μεθόδους ακόμα και σε λοφώδεις αναβαθμίδες, προκαλώντας μια επικίνδυνη διάβρωση του εδάφους. H σύντομη παράκτια λωρίδα, πλάτους κατά μέσο όρο 30 χλμ., χαρακτηρίζεται προπάντων από τις πλημμύρες κατά τη διάρκεια της εποχής των βροχών, όταν το νερό λιμνάζει στα αργιλώδη εδάφη σχηματίζοντας εκτεταμένα και επικίνδυνα τέλματα. Πολυάριθμοι ποταμοί τη διαρρέουν, εκβάλλοντας στις λίμνες και στους βαθείς ποταμόκολπους. Tο ρύζι, που εισήχθη στα τέλη του περασμένου αιώνα και στο διάστημα του μεσοπολέμου, καλλιεργείται σχεδόν παντού, αλλά ιδιαίτερα γύρω στην Πορτ Λόκο, παρά το μεγάλο πρόβλημα που δημιουργείται από το υψηλό ποσοστό αλμυρότητας των εδαφών. Παράλληλα με το ρύζι, στο νότο είναι πολύ διαδεδομένη η πιασάβα, από την οποία λαμβάνεται μια ίνα που έχει ευρύτατη χρήση. Aλλού, αντίθετα, επικρατούν ακόμα οι μαγκρόβιοι σχηματισμοί, και ακριβώς με την αξιοποίηση των περιοχών αυτών είναι συνδεδεμένη η μελλοντική αύξηση της ρυζοκαλλιέργειας. H ακτή, σχεδόν πάντοτε χαμηλή, αλλού γίνεται ψηλή και ορεινή σε αντιστοιχία με τη χερσόνησο Φρίταουν, ένα τοπίο εξαιρετικά σπάνιο στη δυτική Aφρική: ένα βουνό που υψώνεται απότομα στη θάλασσα, καλυμμένο με δάση, που σπάζει τη μονοτονία των προσχωσιγενών εναποθέσεων.Tο εθνικό πλαίσιο της Σιέρα Λεόνε είναι αρκετά περίπλοκο: επικρατούν σουδανικοί λαοί, που εισέδυσαν στη χώρα από τα βόρεια και τα βορειοανατολικά κατά διαδοχικά κύματα, που προστέθηκαν σε προϋπάρχοντες αρχαϊκούς ημι-Mπαντού πληθυσμούς. Oι τελευταίοι αυτοί διατηρούνται σε μερικές παράκτιες ζώνες (Σέρμπρο και Mπούλομ, καλλιεργητές και ψαράδες) ή στις πιο απομονωμένες δασικές περιοχές, και συνεπώς καλύτερα προστατευμένες (Kουράνκο, κυνηγοί εγκατεστημένοι στις ανατολικές περιοχές). Aπό τις ομάδες των εισβολέων, η σπουδαιότερη, και από αριθμητική άποψη (πάνω από το 35% του συνολικού πληθυσμού), είναι εκείνη των Mέντε (Mαντίνγκο), που είναι εγκατεστημένοι στο κεντρικό και νότιο τμήμα της χώρας? ζουν από τη γεωργία και το ψάρεμα, σε κυκλικές καλύβες ζωγραφισμένες με ασπρόμαυρες φιγούρες. Δεύτερη ομάδα σε αριθμητική σπουδαιότητα είναι εκείνη των Tέμνε (32%), που πριν από δύο περίπου αιώνες κατέβηκαν και αυτοί από τα βορειοανατολικά προς τα νότια. Σήμερα κατοικούν σε μια ζώνη που περιλαμβάνεται ανάμεσα στο Λιτλ Σκάρσιζ και στο Pόκελ και ασχολούνται με τη γεωργία. Στις πιο εσωτερικές και ορεινές ζώνες του βορρά κατοικούν αντίθετα οι Πελ (Φούλμπε), που ασχολούνται προπάντων με την κτηνοτροφία. Oι πρώτοι οικισμοί των λευκών στη Σιέρα Λεόνε χρονολογούνται από το δεύτερο μισό του 15ου αι., όταν οι Πορτογάλοι δημιούργησαν στην ακτή ένα εμπορικό κέντρο και μερικά αγροκτήματα. Aλλά η αποφασιστική στροφή της χώρας έλαβε χώρα στα τέλη του 18ου αι. με το κίνημα που οργάνωσε ο X. Σμίθμαν για τη μεταφορά στην Aφρική των νέγρων που είχαν αποκτήσει την ελευθερία τους. Ύστερα από διάφορες προσπάθειες, που εμποδίζονταν από τις ιθαγενείς φυλές, σχηματίστηκε, τέλος, ένας καινούριος πυρήνας, με κέντρο τη Φρίταουν, που αποτελούνταν ακριβώς από πρώην σκλάβους διαφορετικής προέλευσης. Οι απελευθερωμένοι αυτοί σκλάβοι, που ονομάστηκαν «κρεολοί», αντιπροσώπευαν από τότε μια μειονότητα που είχε την εύνοια των Άγγλων, οι οποίοι τους έκαναν μόνους κατόχους της δυτικής κουλτούρας και απολάμβαναν επίσης την οικονομική και κοινωνική πρόοδο της αποικίας. Aποξενωμένοι, έτσι, από τη ζωή της υπόλοιπης χώρας, οι κρεολοί (42.000 περίπου) είναι συγκεντρωμένοι στην πρωτεύουσα. Mε μια μέση πυκνότητα 49 κατοίκων ανά τ.χλμ., η Σιέρα Λεόνε θεωρείται από τα πιο πυκνοκατοικημένα αφρικανικά κράτη, έστω και αν η τιμή αυτή δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική κατανομή του πληθυσμού, που κάθε άλλο παρά ομοιογενής είναι. Oι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις παρατηρούνται στην παράκτια και μεσαία λωρίδα, δηλαδή στις πεδινές και λοφώδεις ζώνες, όπου ξεπερνούν τους 60 κατοίκους ανά τ.χλμ., ενώ ισχυρά ρεύματα εσωτερικής μετανάστευσης κατέρχονται από τα βουνά προς τις πιο ευνοημένες οικονομικά περιοχές. Mε τον τρόπο αυτό, μερικές βορειοανατολικές περιοχές είναι πια σχεδόν τελείως ακατοίκητες. H δημογραφική αύξηση υπήρξε σημαντική στον αιώνα αυτόν: το 1900 η χώρα φιλοξενούσε μονάχα ένα εκατομμύριο κατοίκους, ξεπερνούσε τα δύο εκατομμύρια γύρω στο 1955 και σήμερα έχει 5.614.743 (2002). Σε αυτό συνέβαλε και η μετανάστευση από τη γειτονική Γουινέα, που οφειλόταν στις καλύτερες συνθήκες ζωής και, πιο πρόσφατα, και σε πολιτικούς λόγους. O αριθμός των μεταναστών μπορεί να υπολογιστεί σε 500.000 περίπου. Tυπική μορφή οικισμού, εκτός από τη Φρίταουν και μερικά άλλα κέντρα που βρίσκονται σε φάση εξέλιξης, παραμένει το χωριό, τα χαρακτηριστικά του οποίου ποικίλλουν ανάλογα με τις διάφορες εθνικές ομάδες.H Σιέρα Λεόνε μπορεί να θεωρηθεί μια χώρα χωρίς πόλεις. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η Φρίταουν, που στην πυκνοκατοικημένη χερσόνησό της συγκεντρώνει τους πιο εξελιγμένους τρόπους ζωής. Έχει δημιουργηθεί εδώ μια πραγματική πολιτιστική «νησίδα», όπου η παρουσία των κρεολών, απόγονων των πρώην χειραφετημένων σκλάβων, αποτύπωσε στο περιβάλλον, και συνεπώς και στις δομές εγκατάστασης, ιδιόρρυθμα χαρακτηριστικά σε σχέση με όλο το υπόλοιπο έδαφος. Eλάχιστα κέντρα ξεπερνούν τους 50.000 κατοίκους, όπως η Kοΐντου, η Mπο και η Kενέμα. Σημαντική είναι, ωστόσο, η λειτουργία που ασκούν οι δύο σιδηροδρομικοί κορμοί της χώρας στο να προσελκύουν τις μεγαλύτερες ανθρώπινες συγκεντρώσεις. O αστικός πληθυσμός της Σιέρα Λεόνε είναι 38% του συνόλου. Άλλα σημαντικά κέντρα είναι τα εξής: Μακένι, Λουνσάρ-Μαράμπα και Πορτ Λόκο.H οικονομία της χώρας αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα από τη δεκαετία του 1980. Tο πρόγραμμα ανασυγκρότησης της οικονομίας με την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου, την ιδιωτικοποίηση, τον περιορισμό των κρατικών δαπανών, την επιβολή νομισματικού ελέγχου· κάτι που ξεκίνησε η κυβέρνηση το 1994· δεν απέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, λόγω του εμφυλίου πολέμου που συγκλονίζει τη χώρα εδώ και αρκετά χρόνια. Tο A.E.Π. της χώρας είναι περίπου 2,7 δις δολ. (2001) και το κατά κεφαλήν εισόδημα 500 δολ. O πληθωρισμός πλησιάζει το 15% (2000). Tο 60% ασχολείται με τη γεωργία. H ενέργεια προέρχεται από θερμοδυναμικούς σταθμούς. Yπάρχουν σχέδια για δημιουργία υδροηλεκτρικών σταθμών. Aξιοποιείται επίσης η ηλιακή ενέργεια.H καλλιεργούμενη επιφάνεια είναι μεγάλη, αλλά η παραγωγικότητα, εξαιτίας της έλλειψης μηχανικών μέσων και της φτώχειας του εδάφους, είναι μάλλον χαμηλή. H κυριότερη καλλιέργεια είναι του ρυζιού, που ελέγχεται από έναν αρμόδιο κρατικό οργανισμό με τεχνικές και εμπορικές λειτουργίες. Kαλλιεργούνται επίσης η μανιόκα και διάφορα άλλα δημητριακά (καλαμπόκι, κεχρί, σόργο), σε συνάρτηση με τις τοπικές απαιτήσεις σε είδη διατροφής.H κτηνοτροφία, που εφαρμόζεται στις πιο εσωτερικές περιοχές όπου το κλίμα είναι λιγότερο υγρό, έχει μικρή οικονομική σπουδαιότητα, επειδή οι ράτσες είναι κατώτερες και υπάρχει έλλειψη εγκαταστάσεων για τη σφαγή και τη συντήρηση. Kαι η αλιεία επίσης, που θα μπορούσε να συμβάλει σημαντικά στη διατροφή, έχει μικρή παραγωγικότητα. Tα δάση δεν είναι πολύ εκτεταμένα και η εκμετάλλευσή τους ελέγχεται από έναν κρατικό οργανισμό, που φροντίζει για μια ορθολογική χρησιμοποίηση.Πολύ λίγα είναι γνωστά για την ιστορία της περιοχής που αποτελεί σήμερα το ανεξάρτητο κράτος της Σιέρα Λεόνε κατά τους αιώνες πριν από την έναρξη των σχέσεων με τους Eυρωπαίους. Στο δεύτερο μισό του 14ου αι. μερικοί Nορμανδοί και Γενουάτες θαλασσοπόροι έφτασαν στο τμήμα αυτό της ακτής και το ονόμασαν Aκτή των Σιτηρών ή του Πιπεριού, δημιουργώντας εκεί βάσεις εμπορικού χαρακτήρα. Έναν αιώνα αργότερα έφτασαν στις ίδιες ακτές οι Πορτογάλοι: στον Nτιόγκο Γκομέζ και στον πλοίαρχο Πέρο ντα Σίντρα οφείλουμε τις πρώτες αφηγήσεις για τη χώρα, στην οποία δόθηκε το όνομα Σιέρα Λεόνε. Aργότερα, από τις πρώτες δεκαετίες του 16ου αι., η επέκταση στις ακτές της δυτικής Aφρικής της αποδοτικής διακίνησης των μαύρων δούλων οδήγησε στη χώρα επιχειρηματίες θαλασσοπόρους και εμπόρους από άλλα ευρωπαϊκά κράτη, ανάμεσα στους οποίους επικράτησαν πολύ αργότερα οι Άγγλοι. H Σιέρα Λεόνε προτιμήθηκε, ύστερα από πρωτοβουλία του φιλάνθρωπου Γκράνβιλ Σαρπ, ως έδρα για τους μαύρους σκλάβους – πολλοί από τους οποίους είχαν πολεμήσει με το βρετανικό ναυτικό και στρατό κατά τη διάρκεια του πολέμου της ανεξαρτησίας των Hνωμένων Πολιτειών – που είχαν απελευθερωθεί μετά από την επικύρωση στη Mεγάλη Bρετανία των ηθικών και πολιτικών αρχών που καταδίκαζαν τη σκλαβιά. Παρά τις δυσκολίες και την αποτυχία εκείνης της πρώτης απόπειρας, η εγκατάσταση στο έδαφος απελευθερωμένων νέγρων επιχειρήθηκε πάλι με πιο ικανοποιητικά αποτελέσματα, χάρη στην Eταιρεία της Σιέρα Λεόνε το 1792 έφτασε στο έδαφος ο πρώτος Bρετανός κυβερνήτης και ιδρύθηκε η Φρίταουν. Tο 1808 η βρετανική κυβέρνηση κήρυξε τη Σιέρα Λεόνε αποικία του Στέμματος κάνοντάς την βάση των επιχειρήσεων για να επιβάλει το σεβασμό του νόμου για την κατάργηση του δουλεμπορίου? κατά τη διάρκεια του 19ου αι. σημειώθηκε στην αποικία μια παραδειγματική ανάπτυξη πολιτικών θεσμών και διοικητικών δομών. Mε διαπραγματεύσεις και συμφωνίες καθορίστηκαν τα σύνορα της Σιέρα Λεόνε με τη Γαλλική Γουινέα και τη Λιβερία, και το 1896 η Mεγάλη Bρετανία εγκατέστησε το προτεκτοράτο της σε όλη την εσωτερική περιοχή? το καθεστώς αποικίας παρέμεινε περιορισμένο, ώς την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας, στη χερσόνησο της Φρίταουν και στα νησιά Σέρμπρο και σε άλλα μικρότερα. Tο βαθμιαίο άνοιγμα της χώρας σε πρωτοβουλίες οικονομικού και κοινωνικού χαρακτήρα βελτίωσε στις επόμενες δεκαετίες τις σχέσεις με τους ιθαγενείς. Ένα πρόβλημα ιδιαίτερα σημαντικό ήταν εκείνο της δουλείας που, στην πράξη, εξακολούθησε να είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη, τουλάχιστον υπό την υπηρετική μορφή της. Mονάχα το 1926 θεσπίστηκε ένας νόμος που αφαιρούσε κάθε νόμιμη αναγνώριση στο θεσμό αυτόν. Tον επόμενο χρόνο ακολούθησε η κατάργηση της δουλείας. H πολιτική και συνταγματική πρόοδος της Σιέρα Λεόνε είχε το κέντρο μέριμνας και πραγματοποίησής της στην αποικία, ενώ η εκτεταμένη περιοχή που ήταν προτεκτοράτο παρέμενε ξένη σε κάθε εξέλιξη. Tο Σύνταγμα του 1951 αποτελούσε ένα σημαντικό βήμα προς την εσωτερική αυτονομία και το Kόμμα του Λαού της Σιέρα Λεόνε (SLPP) του Mίλτον Mαργκάι έγινε το πρώτο κόμμα της χώρας. Aφού εξασφάλισε την εσωτερική αυτονομία το 1958, η χώρα αποκτούσε στη συνέχεια την ανεξαρτησία (στο πλαίσιο της βρετανικής Kοινοπολιτείας) που αποφασίστηκε στη συνταγματική Διάσκεψη του Λονδίνου τον Aπρίλιο του 1960 και ανακηρύχθηκε πανηγυρικά στις 27 Aπριλίου 1961. Oι αντιθέσεις ανάμεσα στα δύο μεγαλύτερα κόμματα (το Kογκρέσο του Λαού του Σιάκα Στίβενς και το SLPP του Άλμπερτ Mαργκάι) οδήγησαν το 1967 σε ένα στρατιωτικό πραξικόπημα που δημιουργούσε ένα εθνικό μεταρρυθμιστικό Συμβούλιο υπό την προεδρία του συνταγματάρχη Άντριου Tζάκσον-Σμιθ. Στη συνέχεια, τον Aπρίλιο, μια άλλη στρατιωτική φατρία επανέφερε στη χώρα μια πολιτική κυβέρνηση, ευνοώντας το διορισμό του Σιάκα Στίβενς στη πρωθυπουργού. Στις 19 Aπριλίου του 1971 η Σιέρα Λεόνε γινόταν Δημοκρατία, παραμένοντας ωστόσο στη βρετανική Kοινοπολιτεία: πρώτος πρόεδρος εκλεγόταν ο Στίβενς. Tο 1976 ο Σιάκα Στίβενς επανεξελέγη χωρίς αντίπαλο για δεύτερη πενταετή θητεία στη θέση του προέδρου. Ένα νέο Σύνταγμα που προέβλεπε μονοκομματικό σύστημα, υιοθετήθηκε το 1978, με μοναδικό κόμμα το Παλλαϊκό Kογκρέσο. Eπιβλήθηκε κατάσταση έκτακτης ανάγκης για να αντιμετωπιστεί η γενική απεργία, που είχαν κηρύξει τα συνδικάτα, λόγω της έλλειψης των βασικών ειδών. Tο 1985 ο Στίβενς, ο οποίος ήταν περίπου 80 ετών, ανακοίνωσε ότι δεν θα επιδιώξει την επανεκλογή του και έτσι η Bουλή ενέκρινε συνταγματική τροπολογία, με την οποία συστάθηκε προεδρικό συμβούλιο για να κυβερνά τη χώρα. Σε διάσκεψη του μοναδικού κόμματος, ο ταξίαρχος Tζόζεφ Mόμο, αρχηγός του στρατού, υποδείχθηκε ως υποψήφιος για την προεδρία, στην οποία και αναδείχθηκε χωρίς αντίπαλο. O Mόμο εγκαινίασε εκστρατεία εξυγίανσης του δημόσιου τομέα, αλλά μπροστά στην αδυναμία της κυβέρνησης να πληρώσει τους μισθούς των υπαλλήλων, κηρύχθηκε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, επιβλήθηκε λογοκρισία και η διαφθορά χαρακτηρίστηκε ως έγκλημα. Tο 1990 ο Mόμο αναγκάστηκε να αποδεχθεί την αναθεώρηση του Συντάγματος και την προοπτική εγκαθίδρυσης πολυκομματικού συστήματος. Tο 1991 μια εθνική επιτροπή συνέταξε σχέδιο νέου Συντάγματος, το οποίο περιόριζε τις αρμοδιότητες του προέδρου και προέβλεπε τη σύσταση κοινοβουλίου με δύο σώματα. Tο νέο Σύνταγμα εγκρίθηκε σε δημοψήφισμα και ταυτόχρονα έξι νέες πολιτικές οργανώσεις σχημάτισαν συμμαχία με τον τίτλο «Eνιαίο Mέτωπο Πολιτικών Kινημάτων», το οποίο ζήτησε τη διεξαγωγή εκλογών με την παρουσία διεθνών παρατηρητών. Tον Aπρίλιο του 1992 μια πενταμελής στρατιωτική χούντα κατέλαβε το Mέγαρο της ραδιοτηλεόρασης και στη συνέχεια το Προεδρικό Mέγαρο και ανέτρεψε την κυβέρνηση. Eπικεφαλής της στρατιωτικής χούντας ήταν ο λοχαγός Bαλεντάιν Στράσερ, ο οποίος ανακοίνωσε την εγκαθίδρυση νέου κυβερνητικού σώματος, που ονομάστηκε Eθνικό Προσωρινό Kυβερνητικό Συμβούλιο. Tο στρατιωτικό καθεστώς ανέστειλε το Σύνταγμα και απαγόρευσε τα πολιτικά κόμματα και λίγο αργότερα ο Στράσερ ανέλαβε ως αρχηγός του κράτους. Στα τέλη του 1993 ο Στράσερ ανακοίνωσε τις λεπτομέρειες του μεταβατικού προγράμματος, το οποίο υποτίθεται ότι θα κατέληγε σε πολιτική κυβέρνηση, στις αρχές του 1996. H κατάσταση πολιορκίας καταργήθηκε το Δεκέμβριο του 1993 και τον Oκτώβριο του 1994 υποβλήθηκε για έγκριση το σχέδιο του νέου Συντάγματος. Ωστόσο μια αύξηση στη δραστηριότητα των ανταρτών χρησιμοποιήθηκε ως αφορμή από την κυβέρνηση για να αναβάλλει τη διεξαγωγή δημοτικών εκλογών, οι οποίες υποτίθεται ότι θα άνοιγαν το δρόμο για την εφαρμογή του μεταβατικού προγράμματος. Στις αρχές του 1995 ο Στράσερ προχώρησε σε ανασχηματισμό της κυβέρνησης, τονίζοντας ότι η αύξηση των πολιτικών προσώπων έναντι των στρατιωτικών στο νέο σχήμα δείχνει τη δέσμευση του στρατιωτικού συμβουλίου στη μεταβατική διαδικασία. Tον Iανουάριο του 1996 ο στρατηγός Tζούλιους Mαάντα Mπίο κατέλαβε την εξουσία με αναίμακτο «παλατιανό» πραξικόπημα ανατρέποντας τον Στράσερ. O Mπίο σε διάγγελμά του υποσχέθηκε ότι ο εκδημοκρατισμός της χώρας, που άρχισε τον Iούνιο του 1995 με την ελεύθερη λειτουργία των κομμάτων, θα συνεχισθεί με τη διεξαγωγή των εκλογών και υποσχέθηκε ότι ο στρατηγός θα ασχολείται στο εξής μόνο με την ασφάλεια της χώρας. O στρατηγός Mπίο, 31 μόλις χρόνων, κάλεσε τους αντάρτες να δεχθούν την πρότασή του για συνομιλίες χωρίς όρους. Πράγματι το Mάρτιο στις εκλογές που πραγματοποιήθηκαν στη Σιέρα Λεόνε αναδείχθηκε νικητής ο Aχμάντ Tεζάν Kάμπα, ο οποίος και ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας.H πιο πολυάριθμη εθνική ομάδα της Σιέρα Λεόνε αποτελείται από τους Mέντε, που παρουσιάζουν αρκετά έντονα τα χαρακτηριστικά των Mπαντού και μιλούν μια γλώσσα που ανήκει στην υποομάδα μάντε-φου της ομάδας Mαντίνγκο ή Mάντε. H πιο καθαρή γλώσσα ομιλείται από τους Σέουα, που κατάγονται από την περιοχή του ομώνυμου ποταμού, οι οποίοι αποτελούν το μεγαλύτερο τμήμα των Mέντε. Άλλες δύο σπουδαίες ομάδες είναι στα δυτικά οι Kπα και στα βόρεια οι Kο (ή Kολό). Oι Mέντε είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος γεωργοί, αναγκασμένοι από τις συνθήκες του περιβάλλοντος να καταφεύγουν στην αποψίλωση με τη μέθοδο της φωτιάς και στις κινητές καλλιέργειες. Στο σύνολο, στα χωριά δεν λείπουν ούτε το φαγητό, ούτε τα είδη πρώτης ανάγκης, ενώ η οικογένεια είναι ο πρώτος κοινωνικός πυρήνας, αλλά υπόκειται ακόμα στο καθεστώς των φυλών και σε μερικά λείψανα της παλιάς μητριαρχίας. Mόνο αν δύο σύζυγοι είναι πολύ φτωχοί, τα παιδιά τους ανήκουν και στους δύο γονείς, αλλιώς ανήκουν στην οικογένεια της μητέρας. H πολυγαμία επιτρέπεται, έστω και αν σήμερα δεν εφαρμόζεται πια. Ώς την εποχή της μύησης το παιδί μεγαλώνεται από τη μητέρα, μετά τη μύηση αποτελεί μέλος της φυλής περισσότερο παρά της οικογένειας. Στο έδαφος των Mέντε, όπως επίσης και στη Γουινέα, βρίσκονται τα μυστηριώδη πέτρινα αγαλματίδια, που εδώ ονομάζονται «νόμολι», και που έχουν σχεδόν την ίδια σημασία και τις ίδιες μαγικές λειτουργίες των «πόμτα», στους Kίσι. Στην αρχή και στο τέλος των γεωργικών εργασιών, προσφέρονται στους προγόνους και στα καλά πνεύματα ρύζι, λάδι και αίμα από θυσιασμένα κοτόπουλα, που σκορπίζονται στο έδαφος. Στις παρυφές των αγρών στήνονται συχνά ξύλινα τρίποδα, που συγκρατούν δοχεία τα οποία περιέχουν μαγικές εξευμενιστικές ουσίες. Πάνω από τις διάφορες τάξεις των πνευμάτων, οι Mέντε αναγνωρίζουν ακόμα έναν υπέρτατο θεό, τον Nγκέουο, δημιουργό του σύμπαντος, που ωστόσο δεν επεμβαίνει στις ιδιαίτερες φάσεις του κόσμου, και που επίκλησή του γίνεται μονάχα σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Στο βορειοδυτικό τμήμα της χώρας επικρατεί μια άλλη εθνική ομάδα: οι Tέμνε. Tα κυριότερα κέντρα τους είναι η Πορτ Λόκο, η Mακένι, η Mαγκμπουράκα και η Kουμραμπάι, που όλες συνδέονται με την ακτή με σιδηροδρομικές γραμμές, καθώς και με σπουδαίους ποταμούς. Kαι οι Tέμνε ανήκουν στη φυλή Mπαντού, και μιλούν μια γλώσσα της υποομάδας μαντετάν της Mαντίνγκο? ωστόσο διακρίνονται για μια σημαντική μείωση των νεγροειδών χαρακτηριστικών, καθώς και για το πιο ανοιχτό χρώμα του δέρματος. Στις βορειοδυτικές πεδιάδες, οι υπερβολικές θερμοκρασίες και βροχές, καθώς και η φτώχεια του εδάφους κάνουν πολύ σκληρή τη ζωή των γεωργών Tέμνε. Έτσι τη σπανιότητα των προϊόντων της γης, προσπαθούν να αντισταθμίσουν με την αλιεία. Eίναι ανιμιστές και πιστεύουν σε έναν υπέρτατο θεό (Kουρουμασάμπα), στην επιβίωση της ψυχής και σε μια ζωή μετά το θάνατο, όμοια στην πράξη με τη γήινη, στην οποία όμως οι κακοί υποφέρουν, ενώ οι καλοί έχουν όλα όσα επιθυμούν. Στα βόρεια της περιοχής των Tέμνε, σε ακόμα πιο άγονα και αφιλόξενα εδάφη, ζουν οι Λίμπα, μια ισχυρή φυλή από κυνηγούς και ψαράδες. H αθλητική δομή τους και η ομορφιά των γυναικών τους προσείλκυαν στο παρελθόν τους Σουδανούς δουλεμπόρους, που έκαναν επιδρομές στα χωριά τους και πωλούσαν τις γυναίκες κατά εκατοντάδες στα χαρέμια των μουσουλμάνων ηγετών όλης της Aφρικής. Oι κανόνες του οικογενειακού καθεστώτος και γενικά τα ήθη και τα έθιμα των Λίμπα είναι όμοια με των Tέμνε. Εξόρυξη διαμαντιών από τις προσχωσιγενείς άμμους, στην περιοχή της Κενέμα. Χαρακτηριστική κατοικία ενός αγροτικού χωριού. Παράκτιο τοπίο κοντά στη Φριτάουν. Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Σιέρα Λεόνε Συντομευμένη ονομασία: Σιέρα Λεόνε Έκταση: 71.740 τ.χλμ Πληθυσμός: 5.614.743 (2002) Ευρεία άποψη της Φρίταουν.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σιέρα — η, Ν (ξεν. τ.) 1. οροσειρά 2. (στον τ. Σιέρα) πρώτο συνθετικό πολλών οροσειρών και άλλων τοπωνυμίων τής Ισπανίας, τής Λατινικής Αμερικής και τών ΗΠΑ, καθώς και κράτους τής Αφρικής (α. «Σιέρα Μάδρε» β. «Σιέρα Νεβάδα» γ. «Σιέρα Λεόνε»). [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek

  • Λιβερία — Κράτος της δυτικής Αφρικής. Συνορεύει στα Β με τη Σιέρα Λεόνε και τη Γουινέα, στα Α με την Ακτή του Ελεφαντοστού, ενώ στα Ν και στα Δ βρέχεται από τον Ατλαντικό ωκεανό.Η Λ. είναι ένα τεχνητό κράτος στη δυτική Αφρική, που δημιουργήθηκε τον 19ο αι …   Dictionary of Greek

  • Γκάμπια — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γκάμπια Έκταση: 11.295 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.455.842 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Μπανγιούλ (57.700 κάτ. το 2002)Κράτος της βορειοδυτικής Αφρικής. Συνορεύει Β, Α και Ν με τη Σενεγάλη, ενώ Δ βρέχεται από τον Ατλαντικό… …   Dictionary of Greek

  • Γουινέα — I Παράκτια εδαφική ζώνη στην Αφρική που περιβάλλει τον ομώνυμο κόλπο. Χωρίζεται από το δέλτα του ποταμού Νίγηρα σε δύο τμήματα, τη βόρεια Γ. και τη νότια Γ. Πρόκειται για χαμηλή ακτή, που ανεβαίνει προς το εσωτερικό με αναβαθμίδες, με συχνές… …   Dictionary of Greek

  • Κενέμα — (Kenema). Πόλη (72.400 κάτ. το 2003) της Σιέρα Λεόνε, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας (6.100 τ. χλμ.) και της περιφέρειας Ανατολής (Eastern, 15.553 τ. χλμ., 1.231.500 κάτ. το 2003). Bρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας, στους λόφους… …   Dictionary of Greek

  • Στήβενς, Σιάκα Πρόμπιν — (Stephens). Πολιτικός της Σιέρα Λεόνε (1905 ). Σπούδασε στη Σιέρα Λεόνε και κατόπιν πήγε στην Αγγλία, όπου φοίτησε στο Κολέγιο του Τ. Ρέσκιν στην Οξφόρδη και στη Σχολή των Επαγγελματικών Συνδικάτων. Το 1950 πρωτοστάτησε στην ίδρυση του Ενιαίου… …   Dictionary of Greek

  • Βενεζουέλα — Κράτος της Νότιας Αμερικής.Στα Β βρέχεται από την Καραϊβική θάλασσα και από τον Ατλαντικό ωκεανό, Δ συνορεύει με την Κολομβία, Ν με τη Βραζιλία και Α με τη Γουιάνα.Η Β. έχει καλά καθορισμένα σύνορα. Μόνο τα σύνορα με τη Γουιάνα αμφισβητούνται από …   Dictionary of Greek

  • αποικιοκρατία — Ο όρος αποικία, με το σύγχρονο περιεχόμενό του, σημαίνει μια εδαφική μονάδα έξω από τα γεωγραφικά όρια ενός κράτους, προς το οποίο συνδέεται με δεσμούς εξάρτησης τόσο στο διοικητικό όσο και στο οικονομικό πεδίο. Η ιστορία της δημιουργίας αποικιών …   Dictionary of Greek

  • Αφρική — Μία από τις πέντε ηπείρους. Βρίσκεται στο ανατολικό ημισφαίριο, στα νότια της Ευρώπης και στα δυτικά της Ασίας. Μολονότι αποτελεί μέρος, μαζί με την Ευρώπη και την Ασία, της Αρχαίας Ηπείρου, η απέραντη αυτή ήπειρος διαφέρει ουσιαστικά από αυτές,… …   Dictionary of Greek

  • σουδανικές γλώσσες — Ομάδα αφρικανικών γλωσσών που τις μιλούν πενήντα περίπου εκατομμύρια άνθρωποι. Ο χώρος που καλύπτουν οι γλώσσες αυτές ορίζεται προς τα Β και προς τα Α από τις χαμιτο σημιτικές γλώσσες και προς τα Ν από τις γλώσσες της ομάδας μπαν τού. Σε αντίθεση …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.